Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

28 Ιουλ 2023

«Εν αναμονή...»

 
Η ώρα στο ρολόι του τοίχου δείχνει πέντε και είκοσι (17:20'). Απομένουν 10', για να τελειώσει τη βάρδια της η Ελίνα. Σε μισή  ώρα θα 'χει επιστρέψει απ' το νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Μόνος στο σπίτι για λίγο ακόμη, ώσπου να υποδεχτώ το χαμόγελό της. Με δυσκολία αχνοφαίνεται πια, λόγω της παρατεταμένης κούρασης. Το φαγητό σιγοβράζει από τις 15:00. Μαγείρεψα το αγαπημένο της, σούπα με μοσχαράκι και λαχανικά. Καθισμένος στο μπαλκόνι, παρατηρώ το αχανές του καταγάλανου ουρανού. Ο άκομψος ήχος των σκουρια-σμένων κλειδιών στην εξώπορτα του διαμερίσματος την προδίδει. Τρέχω κοντά της, ενθουσιασμένος. Την υποδέχομαι με το συνηθισμένο φιλί. 
«Σου έχω μια έκπληξη...» της λέω. 
Με κοιτάζει γλυκά και μου απαντά άτονα: «Ανυπομονώ...δεν μπορώ να περιμένω!» 
«Θέλω να κάνω ένα μπάνιο πρώτα, όμως, για να χαλαρώσω» προσθέτει. 
«Το καθιερωμένο;» με κοιτάζει και γνέφει καταφατικά, χαμογελώντας μου. Με βαριά βήματα κατευθύνεται προς την τραπεζαρία της κουζίνας. Δεν προλαβαίνω να φτάσω εκεί κι έχει ήδη αδειάσει ένα μεγάλο πιάτο από τη σούπα, που της έφτιαξα. 
    Μια τελευταία κουταλιά προσδίδει την αναγκαία γαλήνη στην έκφραση του προσώπου της. Όπως κάθε Παρασκευή, έπειτα από ένα καλομαγειρεμένο, πασπαλισμένο με πολλή αγάπη, φαγητό, ακολουθεί ένα ζεστό μπάνιο.
«Έτοιμο και το μπάνιο σου!» της λέω με χαρά και περιμένω να έρθει. Καθώς με πλησιάζει αργά, θαμπώνομαι -γι' ακόμη μια φορά- απ' το κορμί της. Το δέρμα της είναι απαλό σαν μετάξι κι οι καμπύλες της αναδεικνύουν μια δόση ζωηρότητας. Καθώς την παρατηρώ, σκέφτομαι πως το σώμα της αγγίζει την τελειότητα. Μόλις κάθεται στην μπανιέρα, το κορμί της χαλαρώνει τόσο, που μοιάζει να 'χει σχεδόν παραλύσει. Παίρνω μια καρέκλα. Κάθομαι δίπλα της κι αρχίζω να της διαβάζω «Τα  Ποιήματα (1904)» του Κ. Καβάφη. Καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, -όσο γίνεται   πιο εκφραστικής- το βλέμμα της είναι προσηλωμένο στις σελίδες του βιβλίου, που τις λούζει ένας ήλιος κατευναστικός, όσο κι η αγάπη μου. Την αγκαλιάζω τρυφερά κι ο απογευματινός ήλιος, που τρυπώνει γλυκά από ένα μικρό παράθυρο πίσω από την πλάτη μου, υπογραμμίζει την ευτυχία της στιγμής. 
    Το ενδιαφέρον της για το περιεχόμενο του βιβλίου είναι τόσο έντονο -σε σημείο να χάνει την αίσθηση του χώρου και του χρόνου-. Μαζί της κι εγώ! Πόση ευτυχία, Θεέ μου!
    Βαθμιαία χάνεται το φως του ήλιου κι αναγκαζόμαστε να σταματήσουμε. Έχουμε φτάσει σε σημείο που πλέον μας είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνουμε τις λέξεις. 
«Σ' ευχαριστώ για όλα! Είσαι ο Άγγελος μου!» Σημειώνει ναζιάρικα και μου αντα-ποδίδει την τρυφερότητα της αγκαλιάς μου. Η δική της αγκαλιά είναι τόσο έντονη και διαχυτική! Σαν να μου δείχνει μ' αυτόν τον τρόπο πόσο ευγνώμων μου είναι για τη σημερινή φροντίδα. 
    Έπειτα αρπάζω μια λευκή, φρεσκοαρω-ματισμένη πετσέτα. Τυλίγω το καυτό της σώμα μ' αυτήν κι αγκαλιαζόμαστε για μια φορά ακόμη. Μένουμε έτσι γι' αρκετή ώρα. Στη συνέχεια κατευθύνεται προς την κρεβατοκάμαρα, για να φορέσει το αέρινο νυχτικό της. Μου ζητάει να κοιμηθούμε και της απαντώ πως θα 'μαι σύντομα δίπλα της. Θέλω να τακτοποιήσω ακόμη κάποιες εκκρεμότητες. Έτσι με καληνυχτίζει και πηγαίνει μόνη για ύπνο. Αύριο θ' ανατείλει μια νέα, ομορφότερη και για τους δυο μας ημέρα...εν αναμονή, λοιπόν! (Β.Ξ.)

27 Ιουλ 2023

«...Άνευ όρων!»

 
Είναι φορές που παραδίνεσαι άνευ όρων! Δεν μπορείς να εξηγήσεις τίποτα.      
   Παλεύεις να καταλάβεις ποιος είσαι, πού πας. Χάνεσαι, μπερδεύεις τα μέσα έξω, κινείσαι κι όμως είσαι ακίνητος, αγωνίζεσαι και παραιτείσαι, ενθουσιάζεσαι κι απογοητεύεσαι, βρίσκεσαι μ' ανθρώπους και την ίδια στιγμή είσαι μόνος. Ολομόναχος, στον δικό σου κόσμο! 
    Σα να υψώνεται μέσα σου μια μεσοτοιχία κι εσύ ψάχνεις να βρεις σε ποια μεριά στέκεσαι. Μια ξένη ύπαρξη στην ύπαρξη σου μέσα; Κι αν είναι η δική σου, γιατί τόσον καιρό σου κρυβόταν; Κι από ποιον κρυβόταν; Από τον εαυτό της ή απ' τους άλλους;
    Κουμπώνεις το παλτό, σηκώνεις τον γιακά και βγαίνεις έξω. Ποθείς ν' αναπνεύσεις. Λίγο καθαρό αέρα. Η πόλη ήσυχη. Κοιμάται, τον «ύπνο του Δικαίου». Κανά δυο παρέες νέων παιδιών εδώ κι εκεί, σπάζουν περιστασιακά τη μονοτονία της νύχτας.Τραγουδούν τον έρωτα, με φωνές που τις παίρνει ο άνεμος και τις ταξιδεύει. Οι σκέψεις δε σε αφήνουν. Θες να δεις ξανά εκείνο το σύνθημα, που σε γοήτευσε, στον τοίχο μιας πολυόροφης πολυκατοικίας: «Υπάρχει ζωή πριν ή μετά τον θάνατο;» Θυμάσαι την πρώτη σου έκπληξη στο απρόσμενο. Αυτός ο τοίχος ήταν διαφορετικός. Ήταν, γιατί τώρα δεν είναι πια, τον γκρέμισαν.
    Παίρνεις τον δρόμο αριστερά. Κατεβαίνεις προς την παραλία. Θες να μιμηθείς την πορεία του τρελού που είχες συναντήσει σε έναν απο τους βραδινούς σου περίπατους. Αυτούς που έκανες αγκαλιά με τις σκέψεις σου. Γιατί δεν τον κλείσανε στο τρελάδικο; Γιατί περιφερόταν άσκοπα; Ψιθυρίζεις.
    Η μελωδία του αέρα που αντηχεί στα αυτιά σου κόβεται. Αυτομάτως. Κοιτάς γύρω σου. Κανείς! Κι όμως νιώθεις πάνω σου χέρια. Άπειρα χέρια να σε πιέζουν, να σε γονατίζουν, τελικώς να σε κλείνουν στο κουτί σου! Κι έπειτα -κάνοντας δυο βήματα πίσω- σε δείχνουν, σε περιγελούν. Σε χλευάζουν και σε περιπαίζουν. Τυλιγμένος τη μοναξιά σου, καλύπτεις τα μάτια σε μια γωνιά, προσπαθώντας να μη σε δει κανείς να κλαις σα μωρό. Φοβάσαι ότι θα αναγάγουν την αδυναμία σου σε δύναμη τους. Δε δέχεσαι ν' αποκαλύψεις την πίεση που σου δημιουργούν, τρομαγμένος μήπως δε σε πιστέψει κανείς. Οπότε δε μιλάς, δε βγάζεις ούτε λέξη.    
    Μέχρι τη στιγμή που οι λέξεις  γράφονται στους τοίχους. Γίνονται συνθήματα! Μέσα από το κουτί. Προσπαθείς απεγνωσμένα να το κρύψεις. Μάταια. Τα γέλια των γύρω γίνονται ολοένα και δυνατότε-ρα κι είναι πλέον το μόνο που ακούς. Όλοι σε κοιτούν, μα στην πραγματικότητα κανείς δεν είναι εκεί. Προσφέρεις θέαμα σε άτομα ανύπαρκτα, υπαρκτά μόνο στη φαντασία σου. Ποια είναι; Γιατί τους κρυβόσουν; 
    Μένουμε γυμνοί μπρος στον φόβο μας, γυμνοί από Αγάπη! Και όλα εξαφανίζονται! Βρίσκεσαι πάλι μόνος. Γονατισμένος στα μισά του κεντρικού δρόμου. Χωρίς κανέναν να σε κοιτάει ή να σε χλευάζει. Μόνος. Και στη μνήμη επανέρχεται ο τρελός! Πόσα κοινά -που σίγουρα δε θα παραδεχτείς- μπορεί να έχετε οι δυο σας τελικά; Με το να κλείνεις τους άλλους σε τρελάδικο, δεν αποδεικνύεις πως κι εσύ δεν του μοιάζεις!
    Μ’ αυτά  και μ’ αυτά, χαμένος για μια νύχτα ακόμη σε σκέψεις και δρόμους, φτάνεις στο σπίτι. Βρίσκεσαι πάλι στο κουτί με τ' αδιέξοδα και την απελπισία σου. Απ’ αυτό γνωρίζεις καλά πως μπορείς ν' απεμπλακείς, μόνο εναποθέτοντας την ύπαρξη σου σε ώμο φιλικό κάποιου διπλανού. Κάποιου απ' τους φίλους που τοποθέτησες προσεκτικά κάποτε στον τοίχο του γραφείου.Τότε είχες αποφασίσει να τους βάλεις όλους μαζί -τον έναν δίπλα στον άλλον-, για να σε βλέπουν και να τους βλέπεις, ώστε να σε συντροφεύουν στις ώρες της πικρής μοναξιάς. Όπως απόψε...άνευ όρων! (Φ.Σ-Ει.)