Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

8 Ιουλ 2023

«A la maniere de...»

 
1ο: «Για ένα παιδί που...αναρωτιέται» 
( Κατά τον Τ. Νικηφόρου)

Γιατί, άραγε, να διαφέρουν 
οι ζωές των παιδιών; Γιατί 
να τυραννιέται το παιδί που 
γεννήθηκε σ' άλλον ορίζοντα 
πέραν του δυτικού; 

Γιατί το εντεκάχρονο από 'να νησί της Ελλάδας να μπορεί να παίζει, ενώ το συνομήλικο από τη Συρία ν' αδυνατεί 
και γράμματα να μάθει;
Είν' η αλήθεια. Μια σκληρή αλήθεια!
Τα παιδιά της Ευρώπης έχουν
φαγητό, ένα ζεστό κρεβάτι να περιμένει 
το βράδυ και μια αγκαλιά. 
Άλλα παιδιά της Γης έχουν άλλη  «κολλητή»: τη Στέρηση, την Πενία, την καθολική απουσία!

Δεν γνωρίζουν εποχές, γιατί μοιάζουν όλες. Κι όλες, κι οι τέσσερις (άνοιξη, 
καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας) 
τα βρίσκουν πάντα στο ίδιο σημείο:
Ξεχασμένα απ' τα πολλά φώτα, απ'
Ανθρωπιά, από Αγάπη! (Χ.Δ.)

2ο: «Στο παιδί μου...» 
(κατά τον Μ. Αναγνωστάκη)

Α) Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα 
όνειρα. Κι ας μιλούσανε για ανθρώπους 
και για μικρά παιδιά,
για τα ταξίδια της Σταχτοπούτας 
και για τους Νάνους.
Μα, στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα 
όνειρα. Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του 
εξηγώ. Λέω το ψέμα ψέμα, την αλήθεια 
αλήθεια και τον φόβο φόβο.
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του 
μαθαίνω το σωστό σαν προσευχές, του 
τραγουδώ σοφά ποιήματα.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την 
πραγματικότητα -όπως έχει- στα παιδιά.(Α.Ζ.)

Β) Στο τριαντάφυλλό μου δεν άρεσαν 
πολύ τ' αγκάθια του μια και του μιλούσαν για προστασία κι άλλα τέτοια, που ποτέ δεν καταλάβαινε...
Για ταξίδια σ' άλλον Γαλαξία και γυάλινα σκέπαστρα. Μα στο τριαντάφυλλό μου δεν άρεσαν ποτέ τ' αγκάθια του.
Τώρα τα βράδια συναντά σκιές, ψιθυρίζει μελωδίες. Ήταν κι ένα παιδί εκεί. Τα βράδια έλεγε παραμύθια όμορφα μ' αγκάθια και γυάλινα σκέπαστρα.
Άγγιζε με το χέρι κοφτερά αγκάθια,  
μάθαινε ποιήματα σαν προσευχές,
τραγουδούσε για τα υπόλοιπα λουλούδια. 
Α, φτάνει πια! Πρέπει να εκτιμούμε τ' 
αγκάθια, όχι να τα υποτιμούμε. 
(Β.Σ.)

Γ) Στη ζωή δεν μου άρεσαν ποτέ τα 
ταξίδια.Κι ας μιλούσανε για παραλίες
και για σώματα γυμνά. 
Για τα ταξίδια της ψυχής και του νου.
Μα στη ζωή δεν μ' άρεσαν ποτέ τα 
ταξίδια. Τώρα, τα βράδια ξαπλώνω 
και μιλώ. Λέω: «Ζήσε τη ζωή σου, η ζωή 
είναι τρέλα!» Τώρα το χέρι ακολουθώ, 
μαθαίνω πορείες σαν προσευχές, του 
τραγουδώ τους προορισμούς μας. 
Α, φτάνει πια! Πρέπει να πιστεύουμε στην
Ψυχή και τον Νου. 
(Ε. Π.)

Δ) Στον αδερφό μου δεν άρεσαν ποτέ τα 
παραμύθια κι ας του μιλούσανε 
για κάστρα και μαγικά ραβδιά,
για τα ταξίδια στη μακρινή Ασία και για 
τον πρίγκιπα με τ' άσπρο άλογο.
Μα, στον αδερφό μου δεν άρεσαν ποτέ τα 
παραμύθια. Τώρα, τα βράδια 
του τραγουδώ και του μαθαίνω. 
Λέω πως τα κάστρα έχουν Δράκους, 
πως τα ραβδιά ρίχνουν κατάρες κι
οι πρίγκιπες με τ' άσπρα άλογα δεν 
έρχονται ποτέ. Του τραγουδώ και 
με το χέρι τις αλήθειες του μαθαίνω.
Άστρα λαμπρά σαν προσευχές τα όνειρά 
του! A, φτάνει πια! Πρέπει να τραγουδάμε 
την πραγματικότητα στα παιδιά. 
(Κ.Π.)

Ε) Στον σκύλο μου δεν άρεσαν ποτέ τα 
γατιά! Κι ας του μιλούσανε για μια γάτα 
και τον πιστό σύντροφό της. Για τα ταξίδια της γάτας και για το τρομαγμένο ποντίκι.
Μα στο σκύλο μου δεν άρεσαν ποτέ τα 
γατιά. Τώρα τα βράδια στέκεται και τα 
γαβγίζει. Λέει τον άνθρωπο άνθρωπο, τη 
γάτα γάτα, το ποντίκι ποντίκι. Τώρα τον 
ταΐζω με το χέρι μου την αλήθεια, 
του δείχνω νιαουρίσματα σαν προσευχές, 
του τραγουδώ για τις γάτες.
Α, φτάνει πια! Πρέπει τα σκυλιά να 
φέρονται σαν γάτες. 
(Ι.Μ.)

Στ) Στον κάβουρά μου δεν άρεσαν ποτέ οι γαρίδες. Κι ας του μιλούσαν για καρχαρίες και μέδουσες. Για τα ταξίδια στο βυθό της θάλασσας και τις γοργόνες. Μα, στον κάβουρά μας δεν άρεσαν ποτέ οι γαρίδες.
Τώρα τα βράδια κολυμπάμε μαζί και του λέω για τις χελώνες και για τις φώκιες. 
Του δείχνω με το χέρι τις σαρδέλες, του μαθαίνω να είναι άνετο. Του τραγουδώ το «ένα καράβι παλιό σαπιοκάραβο...»
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στους κάβουρές μας! 
(Π.Σ.)

Ζ) Σε μένα ποτέ δεν άρεσαν οι παραλίες
και ας μου μιλούσανε για Μύκονο και Σαντορίνη. Για τα ταξίδια στον Πόρο και στην Αστυπάλαια.
Μα σε εμένα δεν άρεσαν ποτέ οι παραλίες. Τώρα τα βράδια σκέφτομαι και περπατώ.
Λέω τον άμμο άμμο, το κουβαδάκι κουβαδάκι, το μπρατσάκι μπρατσάκι.
Βλέπω με τα μάτια τα κοχύλια, μαθαίνω απ' έξω τη θάλασσα, τραγουδώ τα κύματα σαν ποίημα.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε στην παραλία! 
(Ε.Κ.)

6 Ιουλ 2023

«Χαρμολύπες μιας Πρωτοχρονιάς!»

 
Μεσημέρι Πρωτοχρονιάς συγκεντρώθηκε όλη η οικογένεια στο σπίτι της θείας ν'  ανταλλάξει ευχές στο γιορτινό τραπέζι.
    Ο Θανάσης, εικοσιτεσσάρων χρονών παλικάρι, φοιτητής Νοσηλευτικής, ήταν χαρούμενος που θα 'βλεπε τους συγγενείς του. Συζήτησε μαζί τους διάφορα θέματα της επικαιρότητας, εκφράζοντας απόψεις και προβληματισμούς. Φαινόταν πολύ αγχωμένος για την εύρεση εργασίας, όταν θ' αποκτούσε το πτυχίο. Πίστευε πως ο αγώνας, η προσπάθεια για ένα καλύτερο αύριο πάντα αμείβεται. Για την προσωπική του ζωή, ευχόταν να κάνει οικογένεια και να 'ναι υγιής. 
     Η θεία θα σέρβιρε το αγαπημένο του φαγητό, μακαρόνια με κιμά, κι η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ευχάριστη. Μετά πρόσφερε τα δώρα που είχε φέρει για τα ξαδέρφια, έπαιξε και γέλασε μαζί τους, δείχνοντας παράλληλα πόσο κοινωνικός ή καλόκαρδος ήταν.
   Κατά το απόγευμα, συνεπής στο καθήκον να βοηθά καθημερινά τον πατέρα στην καφετέρια που είχε, μας ανακοίνωσε ότι θα φύγει λίγο νωρίτερα, λόγω του ότι υπήρχε βλάβη στον καυστήρα θέρμανσης του μαγαζιού.
    Δυο ώρες αργότερα, οι γονείς με τις αδερφές του έφταναν στο σπίτι τους. Την ώρα που πλησίαζαν, είδαν τον Θανάση με τον ξάδερφό του να φεύγουν γρήγορα με τ' αυτοκίνητο. Τους χαιρετούν χαμογελαστοί. Η οικογένεια υπέθεσε πως πήγαιναν κάπου να βρουν τον ειδικό που θα διόρθωνε τον καυστήρα. Ήσυχοι, λοιπόν, ανέβηκαν στο σπίτι, για να ξεκουραστούν.
    Έπειτα από μία ώρα, η μεγαλύτερη αδερφή κατέβηκε στο σπίτι της γιαγιάς, για να ευχηθεί «Καλή χρονιά!» και ν' αφήσει μια κρέμα στον αδερφό της που τη ζήτησε, μέσω μηνύματος. Ανοίγοντας την πόρτα, ξαφνιάστηκε, όταν είδε τον Θανάση στο κρεβάτι μ' επιδέσμους στα χέρια, στα πόδια και τον ίδιο σε κατάσταση πανικού. Κατατρομαγμένη, ζήτησε να μάθει τι έπαθε. Τον αγκάλιασε κλαίγοντας. Κλαίγοντας κι εκείνος από πόνο και φόβο, της εξήγησε τα πάντα με κόπο. 
    Καθώς πήγε να ελέγξει το μπόιλερ του καυστήρα, άνοιξε και πετάχτηκε το καυτό νερό πάνω του. Το αποτέλεσμα ήταν να καεί στους ώμους, στους καρπούς και των δύο του χεριών, στο πρόσωπο και στα πόδια. Πονούσε κι ανησυχούσε φοβερά για τη συνέχεια. Η πρώτη του κίνηση ήταν να πάει στο σπίτι της γιαγιάς και να βάλει τα πονεμένα του χέρια κάτω από  δροσερό νερό. Στη συνέχεια, μαζί με τον ξάδερφό -που για καλή του τύχη είχε έρθει εκείνη ακριβώς τη στιγμή-  πήγαν στο Κέντρο Υγείας, όπου τον φρόντισαν κατάλληλα.
    Κι έπειτα, τον βοήθησε να σηκωθεί και να ανέβει στο σπίτι, όπου οι γονείς του τρόμαξαν μόλις τον είδαν, αλλά μετά τον αγκάλιασαν, τον συμπόνεσαν και τον φρόντισαν. Τον έβαλαν να ξαπλώσει, αλλά και να φάει μια ζεστή σούπα. Κι ο ίδιος τους διηγήθηκε, ασθμαίνοντας τι ακριβώς είχε πάθει. Οι δικοί του ευχήθηκαν ολόψυχα περαστικά! Υποσχέθηκαν επίσης πως όλα θα πήγαιναν καλά! 
    Έτσι αυτή η Πρωτοχρονιά μπορεί ν' άρχισε όμορφα για τον Θανάση, μα τελείωσε απρόσμενα και τόσο δύσκολα, διδάσκοντάς του πως καθετί, όσο δύσκολο κι αν είναι, αν περνάει, πρέπει να το αφήνουμε πίσω μας.  Κι έπειτα με χαμόγελο κι ηρεμία να προχωράμε για το καινούργιο, το καλύτερο, το μέλλον! (Ει.Λ.Π)