Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

26 Μαΐ 2025

«Γιατί ο έρωτας είναι μαγεία...»

Γιατί ο έρωτας είναι το ταξίδι των ερωτευμένων. Γιατί ο έρωτας είναι μύθος ανέκφραστος.
Γιατί ο έρωτας δεν κάνει διακρίσεις.
Γιατί ο έρωτας είναι μαγεία! Μια φορά κι έναν καιρό, σ' έναν κόσμο σκοτεινό, σα χαράξει το πρωί, μια ελπίδα θα φανεί! 
    Βρισκόμαστε σ' έναν κόσμο που η οικογένεια Γουίλιαμς κυριαρχεί κι όλες οι πριγκίπισσες κοντινών και μακρινών χωρών διεκδικούν τον πρωτότοκο γιο της οικογένειας, τον Μάικλ. Διεκδικούν εξουσία, δόξα και πλούτη, δίχως να νοιάζονται και πολύ για τον πρίγκιπα. Έξω απ' τη χώρα, σ' ένα μικρό, πυκνό δάσος, η φύση βρίσκεται στ' απόγειο του δημιουργικού της οίστρου. Ο καθαρός αέρας λικνίζει τα φύλλα των δέντρων και τα στροβιλίζει άτακτα, παράγοντας μαγευτικές μελωδίες. Σε συνδυασμό με το κελάηδισμα των πουλιών, συντροφεύουν τη ζωή της Ελίζαμπεθ, μιας νεαρής κοπέλας με ξανθά μαλλιά και γκριζωπά μάτια. Η Ελίζαμπεθ έχασε πρόσφατα τους γονείς της. Μόνη και θλιμμένη, μετακόμισε στο δάσος. Να βρει τη γαλήνη, την ηρεμία που η φύση προσφέρει στον άνθρωπο. Αποσύρθηκε βεβιασμένα απ' το σπίτι των χαμένων Υπάρξεων και της σκληρής Απουσίας. Χωρίς να πάρει χρήματα, χωρίς ν' αποχαιρετήσει φίλους ή γνωστούς, χωρίς να ρίξει δεύτερη ματιά στην Ερημιά της. Εδώ, στο δάσος, προσπαθεί να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της να επιβιώσει. Σε μια καθημερινή εξόρμηση για κυνήγι, η Ελίζαμπεθ πετυχαίνει δύο άνδρες περαστικούς. Δεν τους έχει συναντήσει ξανά. Δεν τους ξέρει, ούτε θέλει να τους μάθει. Κρύβεται, λοιπόν, πίσω απ' τους θάμνους. Τους ακούει να συζητούν μπρος στη λίμνη με τους κύκνους.
- Ο πατέρας θα χαρεί πολύ, αν γυρίσω απ' το κυνήγι μ' ένα τέτοιο πλάσμα για θήραμα. Θα είναι φοβερή προσθήκη στη συλλογή μας!
- Εμπρός, κύριε Μάικλ! Τι περιμένετε, λοιπόν; Στοχεύστε στους κύκνους! Άμεσα!
    Η Ελίζαμπεθ ακούει τι πρόκειται να συμβεί. Επιχειρεί να τους αποτρέψει. Τρέχει συγχυσμένη προς το μέρος τους και κραυγάζει:
- Όχι! Περιμένετε! Εσύ... μην το κάνεις! Έλεος!
Ο πρίγκιπας αιφνιδιάζεται, αφού μόλις είχε βγάλει το τόξο με το βέλος και στόχευε. Της απαντά, λοιπόν, αρκετά απότομα:
- Και γιατί, παρακαλώ; Ποια είσαι εσύ με τις πολλές απαιτήσεις;
- Οι κύκνοι της λίμνης είναι σημαντικά ζώα για το δάσος! Είναι προστάτες του! Δεν έχουν να σας προσφέρουν τίποτα, ούτε σάρκα, ούτε τα πούπουλά τους. Το υπόλοιπο δάσος, όμως, τους χρειάζεται, για να επιβιώσει.
- Εντάξει, λοιπόν! Θ' αφήσουμε τους κύκνους σου να ζήσουν...
Ευχαριστώ πολύ, απαντά η Ελίζαμπεθ, πριν προλάβει ο Μάικλ ν' ολοκληρώσει την πρότασή του.
-... Υπό έναν όρο! Δεν θέλω να μάθω το όνομά σου, την καταγωγή σου, τίποτα απολύτως. Σε δυο μήνες θα γίνει ένας χορός στο παλάτι. Θέλω να παρευρεθείς κι εσύ. Τότε θα μου δώσεις όλες τις απαντήσεις που χρειάζομαι.
- Όχι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό, απαντά ξαφνιασμένη και ντροπιασμένη η Ελίζαμπεθ.
- Θέλεις να μείνει το δάσος απροστάτευτο;
- Όχι, βέβαια!
- Τότε να είσαι εκεί! Έχεις αρκετούς μήνες, να προετοιμαστείς.
- Εντάξει... θα έρθω, απαντά διστακτικά. Ο Μάικλ με τον συνοδό του, αποχωρούν με τ' άλογά τους. Στην ησυχία του δάσους επικρατεί μονάχα ο καλπασμός των αλόγων, ένας επιβλητικός βηματισμός. Η Ελίζαμπεθ αγχωμένη αρχίζει να μονολογεί:
- Δεν έχω τίποτα! Τα ρούχα μου είναι όλα σε άθλια κατάσταση. Δίχως χρήματα δεν μπορώ ν' αγοράσω καινούρια. Μαμά, μπαμπά, μακάρι να ήσασταν εδώ! Σίγουρα θα βρίσκατε μια λύση. Γιατί με αφήσατε; Γιατί δεν μπορώ να μοιάσω σ' εσάς, ούτε στο ελάχιστο; Κάνω ό,τι μπορώ, για να επιβιώσω, για να σας κάνω περήφανους εκεί ψηλά. Αγαπώ το δάσος! Μου προσφέρει ό,τι χρειάζομαι για την επιβίωση, αλλά νιώθω πολύ μόνη. Είμαι μόνη. Όταν φύγατε, τα παράτησα όλα. Μαζί μ' εσάς χάθηκε κι ο παλιός μου εαυτός. Ελπίζω να βρεθεί λύση, δε θ' αντέξω να χάσω και το δάσος μου!
    Έπειτα, η Ελίζαμπεθ ξαναγυρνά στο σπίτι και συνεχίζει τη ζωή της κανονικά: ύπνος, κυνήγι, φροντίδα στα ζώα και τον κήπο που  έφτιαξε, για να καλλιεργεί δικά της φρούτα και λαχανικά.
Ενάμιση μήνα αργότερα, καθώς πλησιάζει ο χορός, η Ελίζαμπεθ ετοιμάζεται να πέσει για ύπνο στο τέλος μιας κουραστικής μέρας. Ένας θόρυβος στο τζάμι του παραθύρου την καθυστερεί και  σηκώνεται προετοιμασμένη ν' αντιμετωπίσει κάποιο άγριο ζώο. Με αργό βηματισμό κι ένα μαχαίρι στο χέρι, πλησιάζει το παράθυρο, να δει από που έρχεται ο θόρυβος. Τότε μένει έκπληκτη. Στο παράθυρο δεν βρίσκεται κάποιο άγριο θηρίο, παρά μόνο ένα μικρόσωμο, κιτρινωπό πλάσμα, με ράμφος, φτερά και σωματότυπο όμοιο πουλιού. Είναι, όμως, χρυσοφορεμένο, με ρολόγια και κοσμήματα υψηλής αξίας.
-Μμ, πρώτη φορά βλέπω πτηνό με περιουσία, σχολιάζει ειρωνικά η Ελίζαμπεθ, ανοίγοντας το παράθυρο. Μακάρι να ήταν εδώ οι γονείς μου! Θα είχαμε πολλά να πούμε, προσθέτει γελώντας κι αναπολώντας τις στιγμές τους.
    Τότε γυρίζει το πουλί ανάποδα τους δείκτες του ρολογιού και πραγματοποιείται η ευχή της. Ο χρόνος προχωρά αντίστροφα, ώσπου βρίσκεται ξανά με τους γονείς της. Είναι η τελευταία μέρα πριν φύγουν για το μοιραίο ταξίδι που τους στοίχισε τη ζωή. Τους αντικρίζει και τα μάτια της πλημμυρίζουν δάκρυα. Τρέχει κατευθείαν, να τους αγκαλιάσει κι ο πατέρας αναρωτιέται: 
- Τι έγινε κορίτσι μου; Τι έπαθες;
- Μη φύγετε, μη μ' αφήσετε μόνη!
- Δε γίνεται αυτό, πρέπει να σου βρούμε δώρο για τα γενέθλια σου! Κοντεύουν...
- Θέλω, μόνο εσάς... Σας χρειάζομαι εδώ.
 - Τίποτα δε θέλω! Μόνο εσάς. Σας χρειάζομαι εδώ, μαζί μου.
- Και τι θα γίνει με το δώρο σου;
- Δεν το θέλω! Δίπλα μου χρειάζομαι μόνο εσένα και τη μαμά. Είστε το πιο σημαντικό δώρο!
- Εντάξει, αγάπη μου, είπε ανοίγοντας τα χέρια, για να την αγκαλιάσει.
Μόλις η Ελίζαμπεθ τρυπώνει στην αγκαλιά του ο χρόνος επιστρέφει στην κανονική του ροή. Μόνο που οι γονείς της βρίσκονται  εν ζωή και δε ζει πλέον στο δάσος αλλά στην πόλη.
- Μαμά! Ξέρεις, χρειάζομαι ένα φόρεμα...
- Εντάξει κορίτσι μου, τι χρώμα;
- Μμμ, σκέφτομαι κόκκινο... τι λες εσύ;
- Tο κόκκινο είναι όμορφο, αλλά το μπλέ θα σου ταιριάζει απόλυτα! Ποια είναι η περίσταση;
- Θα πάω στον χορό του παλατιού!
- Μα πώς; Είναι μόνο για πριγκίπισσες ή καλεσμένες του πρίγκιπα! είπε με περιέργεια στο βλέμμα της η μητέρα.
- Εγώ δεν είμαι πριγκίπισσα, όμως...
- Σε προσκάλεσε ο πρίγκιπας; Πώς; είπε έκπληκτη η μητέρα της. 
- Ναι! Μεγάλη ιστορία! Θα σου εξηγήσω κάποια στιγμή... Δύο μέρες μέρες αργότερα η μητέρα παραδίνει το φόρεμα στην Ελίζαμπεθ κι αυτή ενθουσιάζεται.
- Μαμά, είναι υπέροχο! Σ' ευχαριστώ!
- Σου είπα πως το μπλε είναι η καλύτερη επιλογή! Ένα σκούρο μπλε φόρεμα, με χρυσόσκονη ευσωματωμένη στο ύφασμα, ώστε να λαμπυρίζει σε κάθε της κίνηση. Το επάνω μέρος δομημένο σαν κορσές, τα μανίκια ρηχτά στους ώμους, η φούστα πλούσια, με πολλές στρώσεις υφάσματος κι εσωτερική επένδυση από τούλι. Για παπούτσια, θα φορέσει μια κλασική, γόβα στιλέτο, με λουράκι που δένει στον αστράγαλο, και ψηλόλιγνο τακούνι.
    Επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα! Μα η άφιξη των καλεσμένων στο παλάτι αφήνει αδιάφορο τον πρίγκιπα. Η αναγγελία τους τον εκνευρίζει, καθώς η έννοια του περιορίζεται στην αναζήτηση της κοπέλας που συνάντησε στο δάσος. Οι άλλες δεσποινίδες του φαίνονται αδιάφορες. Η ώρα περνά. Η Ελίζαμπεθ δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Ο πρίγκιπας οφείλει να επιλέξει τη μελλοντική σύζυγο. Σύντομα. Οι υποψήφιες προσεγγίζουν, αλλά τις απορρίπτει ευγενικά. Αντιστέκεται στην πίεση της μητέρας που τον παροτρύνει να παντρευτεί την πλουσιότερη κι ομορφότερη. Το ταχύτερο δυνατόν! Ο Μάικλ ψάχνει την κατάλληλη!  Και ξέρει πως κατάλληλη γι' αυτόν είναι μόνο η Ελίζαμπεθ. Έστω κι αν δε γνωρίζει τίποτα για εκείνη. Ερωτεύτηκε τα μάτια και το θάρρος της! Τη στιγμή που η μητέρα σχεδόν εκβιαστικά επιμένει, ξεπροβάλλει η Ελίζαμπεθ. Κατεβαίνει τα σκαλιά, τραβώντας πάνω της όλα τα βλέμματα. Αντικρίζοντάς την ο Μάικλ, θαμπώνεται απ' την ομορφιά της και βαδίζει, σχεδόν τρέχοντας, να της μιλήσει:
- Ήρθες!
- Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς ...δε μου άφησες κι άλλη επιλογή, λέει γελώντας ελαφρά.
- Το όνομα σου; 
- Ελίζαμπεθ! Εσύ υποθέτω πως είσαι ο Μάικλ, σωστά; 
Σωστά, υποθέτεις! σχολιάζει, γελώντας. Η μουσική δυναμώνει κι ο Μάικλ οφείλει να χορέψει με μια κοπέλα.
- Ελίζαμπεθ, θα μου χαρίσεις αυτόν τον χορό;
- Φυσικά! Θα ήταν τιμή μου!
Καθώς χορεύουν και συζητούν η Ελίζαμπεθ τον ερωτεύεται σιγά σιγά. Της αρέσει το χιούμορ, οι τρόποι του, το πείσμα, το στιλ που κινείται και συμπεριφέρεται. Την κάνει να γελά, να χαίρεται, αισθάνεσαι ευτυχισμένη... μάλλον!
   Η βραδιά φτάνει στο τέλος της κι ο Μάικλ είναι
σίγουρος για την επιλογή του. Στις συζητήσεις τους, της άνοιξε την καρδιά του, της μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, της εξέφρασε τα συναισθήματα του. Και ήρθε η στιγμή να της ανακοινώσει την επιλογή του, φανερώνοντας την και στον υπόλοιπο κόσμο.
- Ελίζαμπεθ, όταν σε είδα στο δάσος, κατάλαβα πως είσαι η κατάλληλη, ακόμη κι αν δεν ήξερα ούτε το όνομα σου! Τώρα, όμως, το έμαθα. Δεν ξέρω πως να στο εξηγήσω, είσαι διαφορετική απ' τις υπόλοιπες κοπέλες. Είσαι αυτή που θέλω
να συνεχίσω τη ζωή μου μαζί της. 
- Μάικλ,  τι εννοείς; ψέλλισε συγκινημένη ελαφρώς και σαφώς ενθουσιασμένη.
- Ελίζαμπεθ, θα με παντρευτείς; 
- Ναι, μα σίγουρα ναι! φώναξε με απόλυτη σιγουριά. Στη συνέχεια, ο πρίγκιπας ανακοίνωσε στην οικογένεια την απόφαση του, καθώς και στον υπόλοιπο κόσμο. Αρχικά οι γονείς του έμοιαζαν δυσαρεστημένοι. Αλλά η ευτυχία του γιού τους ήταν σημαντικότερη απ' την κοινωνική τάξη της Ελίζαμπεθ. Σιγά σιγά την γνώρισαν και κατάλαβαν τον λόγο που εκείνος την επέλεξε. Ήταν όμορφη, γλυκιά, ευγενική και πανέξυπνη κοπέλα! Ο έρωτας είναι απρόσμενος! Όταν έρχεται, η λογική φεύγει κι οι ερωτευμένοι ξεφεύγουν... (Πετρ.Όλγ.)

25 Μαΐ 2025

«Το τρένο της ζωής...»

 
Μια φορά κι έναν καιρό, στα ακρότατα μιας αχανούς χώρας, ανάμεσα σε χωριά που μύριζαν στάρι, ανθρώπινο ιδρώτα και σκόνη, υπήρχε ένας σταθμός. Ονομαζόταν «Άκρη της Γραμμής», γιατί ήταν ο τελευταίος, πριν το τρένο χαθεί στον ορίζοντα. Εκεί ζούσε ο Ανέστης, ένας νεαρός με μάτια που 'μοιαζαν με νυχτερινό ουρανό, γεμάτα προσμονή. Μεγάλωσε με τη γιαγιά του, σ' ένα παλιό σπίτι με ξεθωριασμένες φωτογραφίες και ρολόγια που είχαν σταματήσει προ πολλού. Ο Ανέστης είχε ένα όνειρο: να φύγει απ' το χωριό και να γίνει συγγραφέας. Κάθε μέρα περνούσε ώρες ατέλειωτες στον σταθμό, καταγράφοντας ιστορίες περαστικών κι επιβατών. Γι’ αυτόν, κάθε εισιτήριο έκρυβε μια περιπέτεια, κάθε αποβίβαση μια απώλεια και κάθε άφιξη μια ελπίδα. Εκεί, λοιπόν, γνώρισε την Άννα, μια νεαρή μουσικό απ' τα βόρεια της χώρας, που έπαιζε βιολί στους σταθμούς, για να μαζέψει χρήματα. Είχε μαλλιά όμοια με φθινοπωρινό στάχυ και μάτια γκρι που διαπερνούσαν την καρδιά των ανθρώπων, με τη μία. Όταν την πρωτάκουσε να παίζει, σταμάτησε για λίγο τη γραφή του. Την κοίταξε, όπως κανείς δεν την είχε κοιτάξει ξανά. Έπαιζε ένα παλιό κομμάτι και τα δάχτυλά της έτρεμαν, είτε από συγκίνηση είτε απ' το κρύο. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Ο Ανέστης κι η Άννα γρήγορα έγιναν φίλοι. Καθημερινά, μόλις τελείωνε την παράσταση της, πήγαιναν και κάθονταν στο παγκάκι του τελευταίου βαγονιού. Εκεί μιλούσαν για τον κόσμο, για τα βιβλία που ο Ανέστης ήθελε να γράψει και για τις συναυλίες που η Άννα ονειρευόταν να δώσει. Είχε κι ένα εισιτήριο η Άννα. Ένα εισιτήριο μ' ανοιχτή ημερομηνία. Της το είχε χαρίσει ένας άλλος μουσικός, ξένος στην περιοχή, που πίστεψε στο ταλέντο της. Μ' αυτό θα μπορούσε να ταξιδέψει ως την πρωτεύουσα, να σπουδάσει μουσική, να γίνει κάποια. Το κρατούσε στο παλτό της, δίπλα στο βιολί της, σαν ιερό μυστικό. Ο καιρός περνούσε. Ο Ανέστης είχε γράψει ήδη τις πρώτες του ιστορίες, με ήρωες ταξιδιώτες και γυναίκες που παίζαν βιολί. Αλλά, δεν τολμούσε να τις στείλει κάπου. Φοβόταν την απόρριψη, την άρνηση, τη σιωπή του κόσμου. Όπως κι η Άννα φοβόταν να φύγει, φοβόταν ν' αφήσει την ασφάλεια του παλιού σταθμού και του φίλου της, του Ανέστη. 
    Μια μέρα, όμως, κάτι που έγινε, άλλαξε τα πάντα. Εκείνο το πρωί, ένα απίστευτα γεμάτο τρένο σταμάτησε στον σταθμό. Εκατοντάδες άνθρωποι κατέβαιναν κι άλλοι ανέβαιναν βιαστικά, με βαλίτσες, με μωρά στην αγκαλιά, με σακίδια στον ώμο. Έμοιαζε με μαζική φυγή!  Είχαν κλείσει τα εργοστάσια παραγωγής στην περιοχή κι όλοι θ' αναζητούσαν νέες δουλειές, σ' άλλες πόλεις. Ο σταθμός γέμισε φωνές, ιδρώτα, δάκρυα. Κάποιοι προσπαθούσαν να επιβιβαστούν ακόμη  και στις οροφές των βαγονιών. Ο Ανέστης έβλεπε το χάος κι ένιωσε για πρώτη φορά πολύ μικρός, απίστευτα τιποτένιος. Και τότε σκέφτηκε: «Αν όλοι αυτοί μπορούν και τολμούν, γιατί όχι κι εγώ;» Τη μέρα εκείνη, της έδειξε για πρώτη φορά τα χειρόγραφά του. Αυτή, τον κοίταξε και του δήλωσε επιτακτικά: 
- Είναι καιρός να στείλεις τις ιστορίες σου! Αλλιώς, θα ξεθωριάσουν σαν τις φωτογραφίες στο σπίτι σου. Την ίδια νύχτα, αποφάσισαν να κάνουν το επόμενο βήμα. Και οι δύο. Ο Ανέστης έβαλε τα κείμενά του σ' έναν φάκελο και τα ταχυδρόμησε σε μεγάλο εκδοτικό οίκο στην πρωτεύουσα. Η Άννα αποφάσισε να κάνει  χρήση του εισιτηρίου. Έγραψαν δυο γράμματα ο ένας  για τον άλλο και τα κλείσαν σε φακέλους, να τους ανοίξουν αργότερα. Υποσχέθηκαν να τους διαβάσουν μόνο, όταν νιώσουν πραγματικά έτοιμοι. Την επομένη, ο Ανέστης τη συνόδευσε μέχρι το τρένο. Δεν μίλησαν πολύ. Μόνο κοιτάχτηκαν, σαν να ήθελαν να αποτυπώσουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου στη μνήμη του για πάντα. Ο ήχος του τρένου ήταν δυνατότερος από κάθε φορά. Στην άκρη της αποβάθρας, ένα δέμα ξεχασμένο. Ίσως σύμβολο όσων αφήνουμε πίσω, όταν προχωράμε. Μήνες μετά, ένα γράμμα έφτασε στον Ανέστη. Ήταν απ' τον εκδοτικό οίκο. Του ζητούσαν να επισκεφτεί την πρωτεύουσα. Τα κείμενα τους είχαν προκαλέσει συγκίνηση, οπότε του προσέφεραν αποκλειστικό συμβόλαιο. Ο Ανέστης συγκρατήθηκε να μη βάλει τα κλάματα. Πήγε στο παλιό παγκάκι κι άνοιξε τον φάκελο της Άννας. Το γράμμα έλεγε: «Αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, τότε πέτυχες. Είσαι εκεί που πάντα άξιζες να είσαι. Κι εγώ θα σε περιμένω, όχι στον σταθμό, αλλά σε μια συναυλία. Μια μέρα, θα είμαι στο βιολί κι εσύ στις λέξεις. Τότε θα φτιάξουμε τη δική μας ιστορία!» Ένα χρόνο μετά, σε μια αίθουσα γεμάτη κόσμο, ο Ανέστης παρουσίασε το πρώτο του βιβλίο. Στο τέλος, ανέβηκε στη σκηνή μια κοπέλα με βιολί. Τον κοίταξε, χαμογέλασε κι άρχισε να παίζει. Η ιστορία τους δεν ήταν εύκολη. Είχε σιωπές, αποχαιρετισμούς, φόβους... μοναξιά! Και οι δύο, όμως, είχαν κάνει το πιο δύσκολο βήμα: είχαν φύγει από την άνεση της ασφάλειας τους, για να κυνηγήσουν τ' όνειρο! Το τρένο της ζωής δεν περίμενε κανέναν κι εκείνοι αποφάσισαν να ανέβουν, έστω και την ύστατη στιγμή. Και έζησαν, όχι απαραιτήτως ευτυχισμένοι για πάντα, αλλά σίγουρα αληθινά. Με ό,τι ο καθένας αγαπούσε περισσότερο... (Χατζ.Ζιν.)