Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

13 Ιουν 2024

«Όνειρα...»

Όνειρα: πλοία για ταξίδια μακρινά, κουπιά σε δύσβατες πορείες,   τιμόνι πρόσκαιρης ανωφέρειας, που γρήγορα ανταμώνει μιαν ευθεία.   Κι εγώ καπετάνιος, στο απλό, στο εύκολο, μα και στο δυσχερές. 
Στο κακοτράχαλο ή στο γελοίο ακόμη. 
Οδηγός σοφός και σώφρων. 
Κάποτε ίσως λιγάκι ριψοκίνδυνος. 
Οδηγός, έστω κι αν κάποτε ναυαγήσει το Όνειρο, κι αν διαλυθεί στους πέντε ανέμους 
ή διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη. 
Εγώ πάλι καπετάνιος θα μένω!
Πάλεψε, λοιπόν, το όνειρο, 
μέχρι να γίνει αλήθεια.
Ώσπου ν' αγγίξει τη γη, 
να προσεγγίσει τον φθαρμένο οίκο,
 να σταθεί μπρος στην κλίνη σου,
ν' ασπαστεί τα ροζιασμένα δάχτυλα,
εν τέλει, να στρωθεί στα γόνατά σου.
Όλοι κυνηγούν το όνειρο. 
Τι γίνεται με όσους δεν το βρίσκουν; 
Κυνηγούν Χίμαιρες, την Τύχη; Τη Μοίρα τους μήπως; Ή τελικά η Ζωή είναι διώκτης τους; 
Τους ωθεί, τους σπρώχνει, τους κατακρεμνίζει.
Ψευδαισθήσεις είναι τα Όνειρα! 
Όσο τα κυνηγάς στον ξύπνιο, 
τόσο αυτά διαφεύγουν. Κι έπειτα 
μ' ένα θράσος περισσό σε βρίσκουν 
από μόνα τους σ' ανήσυχους ύπνους. 
Με κάτι από Εφιάλτη μοιάζουν.
Αδύναμα τα όνειρα μπροστά 
στο θέλημα της Μοίρας. 
Ποτέ μην ησυχάζεις! 
Τη μοίρα μας εμείς τη φτιάχνουμε. 
Ουδείς δεν τη σμιλεύει ορθότερα, 
από δύο χέρια θεληματικά. 
Δύο χέρια αγώνα, μ' ένα βαθύ 
χαμόγελο στο παγωμένο χείλος.
Δύο χέρια φωτοστέφανο της όποιας Αδικίας! (Π.Δ.)

22 Μαΐ 2024

«Αληθινά, σ’ αγάπησα…»

 
Σ' αγάπησα, 
όπως στεκόμουν στ’ αντικρινό μπαλκόνι. 
Σ’ αγάπησα έστω κι αν ποτέ δε σου μίλησα. 
Σ’ αγάπησα 
κι ας μην γνωρίστηκαν τα βλέμματα 
κι ας μην αντάμωσαν 
τα βήματα 
κι ας μην αγγίχθηκαν ποτέ τ' ακροδάχτυλα μας. 
Εντέλει κι ας μη μ’ αγκάλιασες ποτέ σου!



Σε αγαπούσα κι όταν δε σ' έβλεπα 
κι όταν δε ήσουνα εκεί 
κι όταν με πότιζε η απουσία σου.
Σε αγαπούσα, όταν πόνους σου μου διηγιόσουν, 
ενώ, παράλληλα, αμελούσα τους δικούς μου.
Σε αγαπούσα, όταν παράπονα εξέφραζες 
κι ας είχα δικά μου να υποβάλλω.
Σε αγαπούσα, ενώ βαθύτατα πονούσα,
κάθε που κατηγόριες εκτόξευες διόλου 
πως δε σ’ αγάπησα. Ναι, σ' αγαπούσα, 
όταν πλάι μου στεκόσουνα, κι ας 
σ' ένιωθα χιλιόμετρα μακριά. Ναι, 
σ' αγαπούσα, σα στο πίσω κάθισμα 
καθόμαστε, ακούγοντας αγαπημένα σου τραγούδια, που σύντομα γινήκανε δικά μου.
Σε αγαπούσα κι ας μην το έλεγα 
κι ας μη το έβλεπες κι ας μην το έγραφα 
απάντηση στο μήνυμά σου.

Σε αγαπούσα με τον τρόπο τον δικό μου. 
Μέσα στον φόβο τον δικό μου, τις πίκρες, 
τα δικά μου παράπονα και τις προσωπικές ιδιοτροπίες. Ναι, αληθινά σ’ αγάπησα 
κι ας μη σε γνώρισα. Κι έτσι απλά 
σε πόθησα -καθισμένη και όρθια, ίσως 
κυρίως κλινήρης- στο αντικρινό μπαλκόνι! (Α.Θ.)