Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

Όταν Εκείνος συναντά Εκείνη...

4 Μαρ 2024

«Η επερχόμενη συνάντηση...»

Περπατά στην παραλία, μόνη. Είναι άδεια. Μόνο ένας άνδρας -λίγο πιο πέρα- κάθεται σ' έναν γκρίζο βράχο, φανερά προβληματισμένος. Αδιαφορεί για το τοπίο. Αν και ο καιρός είναι μουντός, η ομορφιά του δεν κρύβεται. Ο ήλιος έχει δύσει νωχελικά. Σκοτεινιάζει σε λίγο και οι σκέψεις κατακλύζουν βαθμιαία το μυαλό τους. Πλησιάζει τον άνδρα και κάθεται δίπλα του. Δε γνωρίζονται. Κανείς τους δε μιλά. Δεν είναι μεγάλος σε ηλικία, ωστόσο μοιάζει να έχει ταλαιπωρηθεί στη ζωή του. Άλλωστε ποιος δεν έχει ταλαιπωρηθεί, δεν έχει παλέψει δυσκολίες, δεν έχει κυνηγήσει χίμαιρες; Αυτός παίρνει μια βαθιά ανάσα και σχολιάζει με σιγανή φωνή: «Γιατί να μην είμαστε ελεύθεροι; Γιατί παλεύουμε στη ζωή; Ποιο το νόημά της;». Δεν του απαντάει άμεσα, δεν το θεωρεί πρέπον. «Μήπως να μην προσπαθούμε να ξεφύγουμε από την κατάσταση; Μήπως να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε, για να επιβιώνουμε σ' αυτήν;» απαντά διστακτικά η γυναίκα, προσπαθώντας να δώσει στα λόγια της έναν τόνο αισιοδοξίας. 
  «Ποιος έχει το κουράγιο, τη φωνή να μιλήσει για όλα αυτά;». Ένας πόνος αναδυόταν ρωμαλέα απ' τη φωνή του. Ακουγόταν αγανακτισμένος. Ήταν, όμως, απλά απογοητευμένος. Κοίταξε τη γυναίκα και μετά την ήρεμη θάλασσα. 
  «Η κατάσταση απαιτεί να ουρλιάξουμε, αλλά εμείς μένουμε σιωπηλοί. Ή μήπως μας αναγκάζουν;». Απάντηση δεν πήρε. Η γυναίκα έγειρε πάνω του και τα μαλλιά της χάιδεψαν το πρόσωπό του. Συνέχιζαν ν' αγναντεύουν θλιβερά τον ορίζοντα, και οι δύο. Της έπιασε το χέρι. Ήταν παγωμένοι. Τα χέρια τους στοιχειωδώς λύγιζαν. Ωστόσο, το άγγιγμά τους -αργά, αλλά σταθερά- ζέσταινε τον εσώτερο εαυτό. 
    Δεν γνωρίζονταν. Δεν είχαν καν συστηθεί, αλλά ένιωθαν σα να γνωρίζονταν χρόνια. Και έμειναν απλώς εκεί. Σκέπτονταν, πιθανότατα, πως είχαν βρει το καταφύγιο τους. Επιτέλους! Ο αέρας ήταν παγωμένος. Χτυπούσε τα πρόσωπά τους δυνατά, σκληρά, αδυσώπητα. Αυτός κοίταξε τη γυναίκα, αυτή κοίταξε τον άνδρα. Και σιωπηλά ανανέωσαν την υπόσχεση μιας επερχόμενης συνάντησης...

3 Μαρ 2024

«Τις πταίει; (01/03/2023)»

Σκέψη σκληρή, αδυσώπητη, ατέρμονη.  
Μοναδική συντροφιά σε βαθύ σκότος: 
«Συνέβη, όντως;»  
«Τις πταίει; 
Για ποιαν αιτία ποταπή;»  
Ένα μερίδιο σου αποκολλήθηκε. Το πιο Σημαίνον. 
Ασθενεί.
Εξανεμίστηκε. Εξαϋλώθηκε. 
Μοιάζει αφόρητα οδυνηρή η απουσία. 
Παλεύεις να σφραγίσουν τα βλέφαρα ολίγον.
Ώρες αέναης αϋπνίας, αφόρητης άπνοιας.  
Επίγεια η κόλαση! Στήριγμα ουδένα 
σ’ ένα αύριο αβέβαιο, στο μέλλον που θολό αναδύεται! Περιμένεις -μέρα τη μέρα- 
τον Πανδαμάτορα. Να λειάνει ό,τι λαξεύεται:  
τον πόνο της απώλειας όσων «ταξίδευσαν»
έξαφνα, δίχως στερνό αντίο. 
Αντ’ αυτού -μέρα τη μέρα- η φυγή εγγράφει 
εις βάθος, απομένει λείψανο η θλίψη. 
Θεριεύει, γιγαντώνεται. 
Θεριό ανήμερο μιας οργής αδικαίωτης: 
«Τις πταίει; Για ποιαν αιτία ποταπή;»   
Ό,τι απέμεινε σπέρνει δριμύ 
κατηγορώ, άπειρα ερωτήματα: 
«Πού πήγε κι εγκλωβίστηκε, πού σε άφησε; 
Γιατί δεν είναι πλάι, να σου βαστά χέρι τρεμάμενο, να λούζει ομορφιά τη μέρα,  
να αγκαλιάζει με χαμόγελο το χάδι σου;».  
Γνωρίζεις! Μα, θυμός αναστέλλει τη μοιραία αποδοχή. Θα επωμισθεί κάποιος το άχθος;  
Ρωτήστε άπαντες, παρόντες και απόντες: «Υφίσταται ουδείς;» Επείγεσαι, χρείαν έχεις δικαιολογίας εύλογης, να ανασυρθεί
στην επιφάνεια. Σε καταπίνουμε τα 
Τάρταρα, ακόρεστα. Μα -μέρα τη μέρα- 
ο Πανδαμάτωρ θ’ απαλύνει την ένταση.
Η έσω φωνή θα μεταβάλλεται, θα σκληραίνει, 
θα χαλκεύεται. «Πώς αλλιώς;»
Φοβάσαι να δεθείς ξανά, να δοθείς 
άνευ όρων, δίχως ενδοιασμούς.
Οι αναμνήσεις βαστούν γερά, σ’ αλυσοδένουν:
Μα, «Τις πταίει; Για ποιαν αιτία ποταπή;» 
Σιγή ιχθύος, βοώντος δόλια, εν τη ερήμω!